32ος Πανελλήνιος Διαγωνισμός Λογοτεχνίας Δήμου Αγίου Νικολάου με θέμα: «Αντίσταση»

Βραβευθήκανε έργα με θέμα την Παλαιστίνη και την Εαμική Εθνική Αντίσταση

Την Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2025 πραγματοποιήθηκε στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης εκδήλωση για την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του 32ου Πανελλήνιου Διαγωνισμού Λογοτεχνίας. Ο φετινός διαγωνισμός ήταν αφιερωμένος στην μνήμη των δύο τελευταίων αντιστασιακών της πόλης οι οποίοι έφυγαν πρόσφατα από την ζωή. Πρόκειται για τους ΕΠΟΝίτες Γιώργο Χατζηδάκη (διετέλεσε δήμαρχος Αγίου Νικολάου) και Δώρα Φθενάκη – Κοκολάκη.

Ανάμεσα στα άλλα έργα έλαβε το 1ο βραβείο στην κατηγορία του διηγήματος ο Χρήστος Μαργανέλης, μέλος του Εθνικού Συμβουλίου της ΕΕΔΥΕ, με το διήγημα «Το κλειδί», το οποίο αναφέρεται στον αγώνα του Παλαιστινιακού λαού.

Επίσης η συναγωνίστρια Νίκη Μακριδάκη έλαβε το 3ο βραβείο Ποίησης με το «Εις Μνήμην», ένα έργο αφιερωμένο στη μάχη της Ηλεκτρικής.

Η κριτική επιτροπή αποτελούνταν από τους εξής:

Πρόεδρος: Μανώλης Πιμπλής, Δημοσιογράφος, Συγγραφέας, Κριτικός λογοτεχνίας, Δ/ντής του Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων.

Μέλη: Ευαγγελία Αστυρακάκη, ΕΔΙΠ Πανεπιστημίου Κρήτης, τ. Κλασσικών Σπουδών /Δημήτρης Περοδασκαλάκης, ΕΔΙΠ, Πανεπιστημίου Κρήτης, τ. Κλασσικών Σπουδών/ Φώτιος Δούσης, υπ. Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Κρήτης, τ. Νεοελληνικής Φιλολογίας/ Γιάννης Χρονάκης Φιλόλογός.

 

Ακολουθεί το διήγημα του Χρ. Μαργανέλη

Το κλειδί

Στις 6 Ιανουαρίου 20.. μια είδηση από την Ελλάδα έκανε τον γύρο του διαδικτύου προκαλώντας, για μήνες, το ενδιαφέρον σε όλον τον κόσμο: «Σε κρίσιμη κατάσταση νοσηλεύεται σε νοσοκομείο της Αθήνας ο δεκαεπτάχρονος Άντελ, πρόσφυγας από την Παλαιστίνη, ο οποίος τραυματίστηκε σοβαρά στην προσπάθεια του να βουτήξει στην θάλασσα την ημέρα των Φώτων, μαζί με τους Έλληνες πιστούς, για να πιάσει τον σταυρό. Με βαθιά συγκίνηση παρακολουθεί το πανελλήνιο τη μάχη που δίνει το προσφυγόπουλο στην εντατική. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών έκαναν δέηση υπέρ της υγείας του ασθενούς ενώ δεν έλειψαν και οι λιγοστές, ευτυχώς, φωνές που μίλησαν για θεϊκή τιμωρία. Ακολουθεί πλήρες ρεπορτάζ».

Άνοιξε τα μάτια, για λίγο. Δεν άντεξε τον ψυχρό, εκτυφλωτικό φωτισμό του χειρουργείου που τον χτύπαγε από ψηλά, κατά πρόσωπο. «Κρυώνω, κρυώνω πολύ. Θέλω ζεστασιά. Μια κουβέρτα. Κρυώνω. Κρυώνω. Δεν είναι βελονιές όπως στην παγωμένη θάλασσα. Είναι αλλιώς. Παγώνω ολόκληρος. Είμαι σε ψυγείο. Με βάλανε σε ψυγείο! Αλλάχ! Ελέησε με! Κρυώνω. Κρυώνω». Δεν πόναγε πλέον. Αλλά κρύωνε πολύ στη διάρκεια της ανάνηψης. Έγειρε το κεφάλι στο πλάι. Άνοιξε τα μάτια προσεκτικά. Είδε άσπρες ρόμπες να περνούν από μπροστά του. Μιλάνε μεταξύ τους. «Δεν καταλαβαίνω τι λένε, μα οι κουβέντες τους είναι ειρηνικές, καθημερινές. Πώς γίνεται να μιλάνε έτσι; Δεν με βλέπουν; Δεν τους νοιάζει; Τι άνθρωποι είναι;» Δύο νοσοκόμες στάθηκαν κοντά στο κρεβάτι του. Συζητούσαν σιγανά. Ο Άντελ1 τους απεύθυνε το λόγο. «Στο όνομα του φιλεύσπλαχνου Αλλάχ! Βοήθησέ με! Κρυώνω! Σκεπάστε με». Τον κοίταξαν δίχως να καταλαβαίνουν τι λέει. «Τι θέλεις καλέ μου;» ρώτησε στοργικά η μια νοσοκόμα. Κατάλαβε αμέσως από το τρεμάμενο πρόσωπο, από την ικεσία στο βλέμμα. Του έφεραν μια θερμαινόμενη κουβέρτα. Λίγο λίγο ένιωθε τη ζέστα να τον αγκαλιάζει. «Ο Θεός είναι μεγάλος! Ο Μεγαλοδύναμος να σας ευλογεί» είπε, και ύστερα από λίγο κοιμήθηκε.

Ξύπνησε στον θάλαμο της εντατικής. Ήταν μόνος. Ακίνητος. Είδε από πάνω του τον ορό. Ένιωσε το κεφάλι βαρύ. Συνέρχονταν από τη νάρκωση. Ένα εντεινόμενο σφίξιμο, στο κεφάλι, στη μέση στα πόδια, άρχισε να γίνεται πόνος. Μεταλλικές οστεοσυνδέσεις εξείχαν από διάφορα μέρη του σώματος μαζί με σωληνάκια παροχέτευσης. Ένα από αυτά ήταν στην μύτη εμποδίζοντας την αναπνοή. Ο πόνος δυνάμωνε σταθερά. Ασταμάτητα. Κυρίως ασταμάτητα. «Μέγγενη. Με βάλανε σε μέγγενη ! Με βασανίζουν! Όχι, δεν μπορεί. είμαι σε νοσοκομείο. Πονάω! Πονάω πολύ! Ας έρθει κάποιος. Δώστε μου κάτι! Πονάω!». Αυτές οι σκέψεις, που τις έλεγε πλέον φωναχτά, έγιναν κραυγές αγωνιώδεις. Ο πόνος ήταν ασύλληπτος. Και ολοένα δυνατότερος. Ένιωσε να του τσακίζονται τα κόκαλα. Υπήρχε μόνο ο πόνος, απόλυτος κυρίαρχος του σώματος και του μυαλού. Ασταμάτητος, ανελέητος, γύρευε να χωθεί σε κάθε γωνιά του κορμιού. Τρύπωνε στο πανικόβλητο μυαλό. Κυρίως αδιάκοπος. Αυτό ήταν πια το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί: «Ας σταματήσει έστω για πέντε λεπτά! Μόνο για πέντε λεπτά! Μόνο για λίγο, ας σταματήσει!». Τίποτα. Μέσα στην παραφορά άρχισε το μυαλό να ζητά διέξοδο στον παραλογισμό. Θαρρούσε πως παζαρεύει με κάποιον αόρατο βασανιστή. «Στ’ όνομα του ελεήμονος Αλλάχ! Σταμάτα πέντε λεπτά μόνο να σφίγγεις τα κόκκαλα! Ύστερα ας με πονέσεις περισσότερο, για να μην ζημιώσεις. Πέντε λεπτά! Καλά, καλά… Ένα λεπτό ένα λεπτό. Ούτε ένα λεπτό; Ούτε ένα;».

Από το τζάμι του θαλάμου οι γονείς και τ’ αδέλφια του τον είδαν για λίγο. Στεναχώρια, θυμός, απορία, παράπονο, φόβος, ικεσία. Παραλλαγές της απόγνωσης. Ο καθένας είχε το μερίδιο του. Τα αδέλφια κοίταζαν γύρω, με μάτια αγριεμένα. Ζήταγαν να αρπάξουν πέτρα. Έτσι είχαν μάθει. Μόνο αυτό είχαν. Μόνο πέτρες απέναντι στο κακό. Ο πατέρας θυμήθηκε τα λόγια του παππού: «Άλλοι λαοί βρήκαν την αξιοπρέπεια κληρονομική. Άλλοι την κλέψανε από τους αδύναμους. Εμείς, παιδί μου, πρέπει να την πληρώνουμε καθημερινώς με το αίμα και τον πόνο μας. Η δική μας αξιοπρέπεια είναι πονεμένη». Η μάνα προσεύχονταν να γίνει καλά ο γιος της. Όχι! Λάθος. Άλλη προσευχή χρειάζεται τώρα. Να σταματήσει ο πόνος για πέντε λεπτά. Για πέντε. Για ένα! Έστω για ένα! Αρκεί αυτή η προσευχή!

Λίγες μέρες μετά, οι πόνοι καταλάγιασαν. Μόνο το κεφάλι πονούσε λίγο, τα μάτια θόλωναν, ζαλίζονταν. Φυσικά έμενε καθηλωμένος στο κρεβάτι. Για λίγα λεπτά, ένας ένας, έμπαιναν να τον δουν οι δικοί του. Είδε στο βλέμμα τους την αγάπη μα και την απορία. «Ποιος ξέρει τι σκέφτονται», αναρωτήθηκε. «Πώς να τους εξηγήσω τι έγινε. Ακόμα δεν τους έχω πεί πως έχασα αυτό που εμπιστεύτηκε ο παππούς σαν φεύγαμε από το χωριό. Πως ντρέπομαι! Θα γίνω καλά και θα ψάξω πάλι. Ωστόσο, απορούν. Θαρρούν, λες, πωςβάλθηκα να γίνω χριστιανός; Η μήπως ότι θέλησα να πνιγώ; Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Δεν έχω τίποτα να χωρίσω με τους χριστιανούς. Σάμπως πολλοί πατριώτες δεν είναι χριστιανοί; Δεν τραβάμε τα ίδια; Ένας είναι ο θεός και ίδιοι όλοι οι αδικημένοι. Όχι, δεν ήθελα να αλλάξω πίστη, ούτε να φανώ καλόβολος στους ντόπιους. Δεν θέλω να αποκτήσω άλλη πατρίδα. Θέλω μόνο να έχω τη δική μου. Είμαστε ευσεβής οικογένεια. Μας μάθανε από μικρούς τα λόγια του προφήτη για την συμμετοχή στις χριστιανικές γιορτές: «όποιος μιμείται έναν λαό, τότε είναι σαν αυτούς». Δόξα στον Αλάχ ,δεν θέλω να μοιάσω σε κανέναν άλλο. Όσο για να πνιγώ μόνος μου; Δεν γλύτωσα από τις σφαίρες και την τρικυμία στις βάρκες, για να σκοτωθώ μόνος μου. Δεν φοβάμαι να πεθάνω. Αλλά όχι έτσι. Όπως ο ξάδελφος μου ο Χασάν; Ναι! Παλικάρι! Σκοτώθηκε σαν ήμουν δέκα χρονώ, στη διαδήλωση για την Ημέρα της Γης. Εκείνη την ημέρα, λέει, σε όλο τον κόσμο σβήνουν τα φώτα για διαμαρτυρία, να φανεί από τους δορυφόρους. Εμείς διαδηλώνουμε για τη γη της Παλαιστίνης, δεχόμαστε πυρά, ματώνουμε, έχουμε κηδείες την άλλη μέρα. Πώς να ξεχάσω την κηδεία του Χασάν. Πήγαμε οικογενειακώς. Τι όμορφο που ήταν το χωριό. γεμάτο μυρωδιές την άνοιξη, πορτοκαλιές, λεμονιές, ελιές. Όταν φτάσαμε στο σπίτι είδαμε μαζεμένο κόσμο. Κλάματα, κατάρες, υποσχέσεις στον νεκρό. Λίγους μήνες μετά την κηδεία οι Ισραηλινοί έποικοι ξερίζωσαν με μπουλντόζες τις αιωνόβιες ελιές, όλα τα δέντρα. Ερήμωσε ο τόπος. Έμειναν μόνο οι τάφοι μας. Ίσως ούτε και αυτοί.

Δεν πήγαινε καλά. Το αιμάτωμα στο κεφάλι δεν υποχωρούσε. Μέρα με τη μέρα βυθιζόντανε σε λήθαργο. Εικόνες σκόρπιες, ανάκατες έρχονταν στο μυαλό του, όταν ξυπνούσε. Θυμόνταν το ναυάγιο, ταραζόταν. «Λίγο θέλουμε, λίγο ακόμα! Φανήκαν φώτα, κάποιο χωριό…να βγούμε, να βγούμε γρήγορα! Γεμίζει νερά η βάρκα. Έρχονται κύματα! Θα βουλιάξουμε! Τα παιδιά! Τα παιδιά! Φωνές πανικού. Παρακάλια. Πέφτω στο κρύο νερό. Κόπηκε η ανάσα μου. Φωνάζω τον αδελφό μου! Δεν ξεχωρίζω τις φωνές. Κολυμπάω προς την ακτή, δεν είναι μακριά. Θα τα καταφέρω! Πλησιάζω, μα δε βρίσκω να πατήσω είναι βαθιά νερά. Κάποιος με αρπάζει από τον λαιμό! Φωνάζει να τον βοηθήσω, με σφίγγει. Θα πάμε μαζί κάτω! Άσε με! Κολύμπα! Φτάσαμε! Τίποτα. Του τραβώ τα χέρια, παλεύω να γλιτώσω. Γαντζώνεται. Τραβάει το κορδόνι του λαιμού. Το κόβει. Και ύστερα τον χάνω. Παίρνω ανάσες. Νιώθω το κρεμαστάρι του λαιμού να γλιστρά πάνω μου το νιώθω στο σώμα, στα πόδια. Προσπαθώ να το πιάσω μέσα στο νερό. Όχι! Χάθηκε στο βυθό. Το έχασα! Έχασα το φυλακτό! Καταστροφή! Έχασα το φυλακτό! Έμεινα άβουλος. Τα κύματα με σπρώχνουν στο πλάι της ακτής. Χτυπάω σε βράχια. Ψάχνω να πιαστώ. Κόβονται χέρια πόδια, σαν ξυράφι. Πιάνομαι γερά από τον βράχο. Με βρήκαν το πρωί» Μιλά δυνατά τώρα. Ιδρώνει. «Το φυλακτό! Το φυλακτό! Έχασα το φυλακτό! Καταστροφή!».

Στον καταυλισμό των προσφύγων γύρισε μετά τις πρώτες βοήθειες. Βρήκε τον αδελφό του. Ο πατέρας και η μάνα ήταν σε άλλο νησί. Είχε επιζήσει η οικογένεια. Αυτό αρκούσε. Όμως ο Άντελ παρέμενε θλιμμένος. Ανήσυχος. Κάθε μέρα, παρά το κρύο, περπατούσε μια ώρα, περίπου, για να πάει στην ακτή. Εκεί καθόταν με τις ώρες, μόνος, ψάχνοντας με το μάτι τη θάλασσα. Με ηρεμία ή με θαλασσοταραχή προσπαθούσε να καταλάβει πού έχασε το φυλαχτό του. «Πρέπει να το βρω». Σκεφτόταν συνέχεια. «Πρέπει να ψάξω. Δεν είπα σε κανέναν ότι το έχασα. Ντρέπομαι. Πόσο ντρέπομαι. Αν το μάθαινε ο παππούς… Πόσο περήφανος ένιωσα όταν έβγαλε από το λαιμό του το κορδόνι με το κλειδί, και με μάτια δακρυσμένα μου το φόρεσε, με φίλησε, με ευλόγησε και με αποχαιρέτισε για πάντα. Δεν άντεχε άλλον ξεριζωμό. Θα έμενε να πεθάνει στον τόπο του. Εμπιστεύτηκε σε μένα στον μεγάλο του εγγονό, το παλιό, μεγάλο, σκουριασμένο κλειδί του σπιτιού, που κρατούν μαζί τους όλοι οι πρόσφυγες από την χρονιά της Νάκμπα2. Πικρή ανάμνηση και υπόσχεση ότι θα επιστέψουν κάποτε στον τόπο τους. Το κλειδί είναι σύμβολο του λαού μας. Με αυτό το κλειδί για φυλαχτό κάθε γενιά θυμάται το χρέος της, θυμάται τους φίλους και τους συγγενείς που χάσαμε. Και αυτήν την μεγάλη τιμή που έλαβα, εγώ, στο όνομα όλης μας της οικογένειας, την έχασα! Από αυτό το κλειδί πήγε να πιαστεί ο άνθρωπος που βούλιαζε στη θάλασσα, εκείνο το βράδυ. Κόπηκε το κορδόνι. Έζησε; Ήταν από τους πνιγμένους; Δεν έμαθα. Σημάδι για το θέλημα του Αλλάχ ήτανε; Μήνυμα για τον λαό μας; Θα σωθούμε ή θα χαθούμε όλοι; Ποιο είναι το θέλημα του; Εμείς, όμως; Πρέπει να κάνουμε το χρέος μας! Και το δικό μου είναι να βρω το κλειδί. Να το δώσω στα παιδιά και στα εγγόνια που θα κάνουμε με την όμορφη Νουρ. Πού να βρίσκεται η Νουρ; Η μάνα είπε ότι θα φύγουν από το χωριό τους. Δεν αντέχουν άλλο τον αποκλεισμό. Να ερχόταν κοντά μου η Νουρ.3 Αυτή που γεννήθηκε για να φέρει το φως στον κόσμο, ας φωτίσει και τη δική μου ζωή».

Ήχος καμπάνας τον ξύπνησε. Αληθινός; Της φαντασίας του; Δεν κατάλαβε. ‘Άνοιξε τα μάτια. Αμέσως τα έκλεισε. Ακόμη στο νοσοκομείο. Δεν πονά, μα νιώθει να σβήνει. Καμπάνες. Όπως εκείνη την ημέρα. «Γι’ αυτό ξύπνησα από νωρίς. Βγήκα στον δρόμο για τον γιαλό. Κόσμος πολύς με τα καλά του ρούχα έβγαινε από τις εκκλησίες και κατηφόριζε προς τη θάλασσα. Είχα φτάσει νωρίτερα και παρατηρούσα την ακτή από διαφορετική θέση, όπως κάθε ημέρα. Προσπαθούσα να θυμηθώ τον βράχο που είχα γαντζωθεί. Κάπου κοντά θα είχε χαθεί το φυλαχτό. Άλλαζα θέσεις, ανέβαινα σε βράχια, υπολόγιζα την απόσταση από την ακτή. Αδύνατον. Τα βράχια, δεξιά και αριστερά του κόλπου φαίνονταν ίδια. Σκαρφάλωσα στην δεξιά πλαγιά, μια δεκαριά μέτρα από τον μόλο, τέσσερα, πέντε μέτρα ύψος από τη θάλασσα. Περπατούσα άκρη άκρη κοιτάζοντας κάτω. Μου φάνηκε ότι γνώρισα τον βράχο που πιάστηκα. Κάπου εδώ, κάπου εδώ είναι! Στάθηκα. Κόσμος μαζεύτηκε στον μόλο και ένα παπάς έψελνε. Ύστερα από λίγο είδα μερικούς ανθρώπους να έχουν γυμνωθεί, να ετοιμάζονται να κολυμπήσουν. Μέσα στο κρύο; Μπροστά στον παπά, την ώρα της γιορτής; Παραξενεύτηκα. Τότε ο παπάς πέταξε έναν σταυρό στη θάλασσα. Και αμέσως οι άνθρωποι που φορούσαν μόνο ένα σορτς βούτηξαν να πιάσουν τον σταυρό. Θαύμασα. Ένιωσα πρόκληση στο φιλότιμό μου. Πώς να έφευγα έτσι; Πώς να γυρίσω την πλάτη; Δεν αξίζει το δικό μας φυλαχτό την ίδια δοκιμασία; Πώς θα σταθώ στον κόσμο με τέτοια διπλή ντροπή, αν φοβηθώ; Πέταξα γρήγορα ρούχα και παπούτσια. Ούτε σκέφτηκα πού θα πέσω. Πήρα φόρα και πήδηξα με τα πόδια θαρρώντας ότι με άλμα θα περάσω πάνω τα βράχια και θα πέσω στο νερό. Δεν τα κατάφερα. Χτύπησα τα πόδια σε βράχο. Ούρλιαξα από τον πόνο. Τραντάχτηκε όλο το σώμα μου. Με πέρασε καυτό ρεύμα. Έπεσα στο νερό. Πότε βούλιαζα πότε ανέβαινα. Δεν όριζα το σώμα. Μόνο τα χέρια κουνούσα. Σαν ήμουν κάτω από το νερό, όμως, κοίταζα τον βυθό, μήπως…Κατάπινα νερό. Και ξαφνικά το είδα! Εκεί ήταν το κλειδί. Πιασμένο μέσα σε φύκια. Το βρήκα! Αλλά δεν μπορώ να το πιάσω! Ύστερα το κύμα με πέταξε στα βράχια με το κεφάλι. Σκοτείνιασαν όλα. Και λίγο μετά ένιωσα χέρια να με πιάνουν, να με τραβάνε, άκουσα φωνές. Ξύπνησα σε νοσοκομείο. Ασθενοφόρο. Ύπνος. Ξανά νοσοκομείο. Το κλειδί βρέθηκε. Θυμάμαι τον τόπο! Θα γίνω καλά και θα το πιάσω. Θα γίνω καλά; Θα μπορέσω να κολυμπήσω; Και αν μετακινηθεί το κλειδί;».

Οι μέρες περνούσαν και ολοένα χανόνταν σε λήθαργους. Στις λίγες ώρες που είχε διαύγεια έλεγε τις ίδιες μονότονες λέξεις με αγωνία. Σαν κάποιον να ζητούσε. Σε κάποια επίσκεψη τον άκουσε η μάνα. Ήθελε τον μικρότερο αδελφό του. Πήγε. Μιλούσε ψιθυριστά. Ο αδελφός άκουγε κάμποση ώρα. Ύστερα έφυγε με αποφασιστικό βήμα και με το βλέμμα γεμάτο έννοιες. Ο Άντελ έκλεισε τα μάτια και κοιμήθηκε γαλήνια.

Έναν χρόνο αργότερα, έβλεπε το φως της δημοσιότητας μια είδηση η οποία θύμισε σε όλους την τραγική περιπέτεια του νεαρού Παλαιστίνιου.

«Σε κλίμα συγκίνησης πραγματοποιήθηκε χθες, 6 Ιανουαρίου 20.., από την παλαιστινιακή κοινότητα της χώρας μας, η εκδήλωση τιμής και μνήμης για τον δεκαεπτάχρονο Άντελ που έχασε τη ζωή ύστερα από πολύμηνη μάχη στην εντατική. Θυμίζουμε στους αναγνώστες ότι ο νεαρός Παλαιστίνιος τραυματίστηκε σοβαρά και κατόπιν κατέληξε, όταν πέρυσι την Ημέρα των Θεοφανίων βούτηξε στη θάλασσα από ύψος κατά την διάρκεια της τελετής αγιασμού των υδάτων. Στην εκδήλωση, η οποία πραγματοποιήθηκε στο σημείο της πτώσης του Άντελ, μίλησε μεταξύ άλλων και ο αδελφός του εκλιπόντος φορώντας στον λαιμό του το μεγάλο σκουριασμένο κλειδί της οικογένειας για το οποίο ο δεκαεπτάχρονος θυσίασε τη ζωή του».

  1. Άντελ, στα αραβικά σημαίνει τίμιος, δίκαιος, ειλικρινής.

  2. Νάκμπα, σημαίνει στα αραβικά καταστροφή. Η λέξη απέκτησε ιστορική βαρύτητα, ανάλογη με την δική μας Μικρασιατική Καταστροφή, μετά το 1948 όταν η ισραηλινή εισβολή οδήγησε στον αναγκαστικό εκτοπισμό των δύο τρίτων του Παλαιστινιακού πληθυσμού — 950.000 άτομα — από την πατρίδα τους και τα σπίτια τους και στην δολοφονία  15.000 Παλαιστινίων.

  3. Νουρ,  στα αραβικά σημαίνει ακτίνα φωτός. Ένα παιδί με τέτοιο όνομα λένε ότι ήρθε στον κόσμο για να φέρει το φως.  

Μαργανέλης Χρήστος

Και το ποίημα της Ν. Μακριδάκη

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ

 

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που ήττα δε γνωρίζουν

Πίσω ποτέ δε στέκουνε, μόνο μπροστά ορμούν.

Κάποιες φορές – κι ας είν΄ σκληροί – κουράζονται, δακρύζουν,

Για λίγο σκύβουν και μετά πάλι ψηλά κοιτούν.

 

Στόφα ηρώων έχουνε, κάποιοι, ίσως, να πούνε:

Στο βλέμμα τους τη δύναμη, στα χέρια κεραυνό.

Άντρες, γυναίκες του λαού που δίπλα μας περνούνε,

Ο γιος μας και η κόρη μας, εσύ, μπορεί κι εγώ.

 

Τα εχθρικά στρατεύματα την πόλη εγκαταλείπουν,

Όμως αυτοί ένα όνειρο έχουν να μοιραστούν.

Με πίστη σε ένα όραμα που δεν το παραλείπουν

Οι μάχες όλες τέλειωσαν, μ΄ αυτοί δε σταματούν.

 

Στάθηκαν δίπλα στον ΕΛΑΣ εργάτες, λαός, νέοι

Γνωρίζοντας τον κίνδυνο να μην τους βρει το βράδυ.

Για πέντε ώρες μάχονταν, περήφανοι γενναίοι

Για να μη μείνουν τα παιδιά ποτέ μες στο σκοτάδι.

 

Βασίλης Βέγγος, Νίκανδρος Κεπέσης,Γόδας Νίκος

Κι άλλοι πολλοί που πάλεψανγια την Ηλεκτρική,

Ο κάθε ένας έγινε του νέου κόσμου ο κρίκος

Οκτώβρης ήταν, 13, κι αυτοί όλοι εκεί!

 

Μακριδάκη Νίκη

Ενδιαφέροντα άρθρα

Παρόμοια